Παράφορα Ξοδέματα της Πένας - Λεμονιάς Γεμουρτζίδου Ποίηση '΄Παράφορα Ξοδέματα της Πένας - Ποίηση΄'

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2022

 Λεμονιά Γεμουρτζίδου - Ποίηση























ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η Λεμονιά Γεμουρτζίδου, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια του Ν. Ημαθίας. 
Σπούδασε αισθητική και επαγγελματικό μακιγιάζ στη Θεσσαλονίκη 
όπου και εργάστηκε. Χρόνια αργότερα, επέστρεψε στη γενέτειρά της 
που διαμένει μέχρι σήμερα. Οι τίγρεις της λησμονιάς, είναι η πρώτη της 
συγγραφική απόπειρα. Με την ποίηση ασχολείται πάρα πολλά χρόνια.




«Το δράμα μου εν οίστρω»


Το δράμα μου εν οίστρω
Μνήμες ξεγλιστρούν από τα βάθη του νου
Ακροδάχτυλα μυρμηγκιάζουν πάνω από τη γραφομηχανή
Ψίθυροι μαρτυρούν παράξενες συγκυρίες
Δαίμονες κάνουν πλιάτσικο στη σκέψη
Γυμνή η σιωπή, σαν κύκλωπας, δονεί την άβυσσο του πόθου
Άπληστο το μυαλό, γοργοπερπατεί εκατό δρόμους σε μια νύχτα
Αινίγματα, μυστικά, σπαράγματα μιας ιερής και βέβηλης εξομολόγησης
Σελίδες μουντζουρωμένες, τσαλακωμένες, πεταμένες στο πάτωμα
Σάλος ξεσπά από τις συνουσίες των λέξεων
Φανερώνουν πτυχές του εαυτού μου, που το ασυνείδητο
Ως ο ίδιος αυτουργός, τις απέκρυψε και τις εξέθεσε
Τρομακτική η ηδονή της αποκάλυψης
Θέλγητρο το τσιγάρο στα παράφορα ξοδέματα της πένας
Και εκείνη η εσώτατη φωνή που αγρικώ
«Λύσε τα μάγια της αυτοκαταστροφής»
Μόνη μου απολαβή... 






«Flamengo ζωής»


Στον κύκλο της γέννησης και του θανάτου
Σε ένα flamenco ζωής
Με τη φλόγα της διεκδίκησης στα μάτια
Αφήνω το σώμα μου να με οδηγεί
Τον νου να παραμιλά
Να αλητεύει το μυαλό 
Να δραπετεύω από στενούς κλοιούς δεισιδαιμονίας
Τα πόδια μου πατούν γερά στη γη 
Και δηλώνουν πως ανήκω εδώ
Τα χέρια μου, ψηλά, ξορκίζουν το κακό
Εκφράζουν την ένταση, τον θυμό, το πάθος, τον αισθησιασμό 
Μιας λέφτερης ψυχής που δεν φοβάται τον χρόνο
Μιας ψυχής που δεν έχει ηλικία.





«Νύχτωσε πάλι»


Νύχτωσε πάλι...
Ξέχωρες οι ζωές μας
Μετρώ τις ατελεύτητες ώρες 
Με το άστατο χτυποκάρδι μου
Ασύνορο το όνειρο
Πρωτόγνωρο το ρίσκο
Εκτυφλωτική η υπερβολή
Παράφορο το πάθος
Αγύρτης ο έρωτας..
Πορφυρό το αδύνατο
Προσπαθώ να σε αγγίξω
Στην ιλιγγιώδη άκρη του ανέφικτου
Αποτυγχάνω λίγο πριν το τέρμα
Αδηφάγα η απουσία σου…
Αφήνει η αρπάγη της μοναξιάς
Ανεξίτηλο το σημάδι της
Χάνω την αίσθηση του χρόνου 
Κάτι με κρατάει ξύπνια… 





«Σε αφήνω ελεύθερο»


Ξεκρέμαστη στα μετέωρα του ονείρου
Νιώθω τη φωνή σου να φτάνει από μακριά
Δυσοίωνος ο άνεμος της προσμονής 
Αγριεμένο το ασίγαστο πάθος μου 
Ανήμερο θεριό ο πόθος μου
Ουρλιάζει, διψά, πεινά, σφαδάζει
Άμοιρος στα χέρια του ανεκπλήρωτου
Γιγαντώνεται η μορφή σου κολασμένα 
Σουλατσάρει στα βαλτοτόπια του μυαλού μου
Γίνεται ένα με τα στοιχειά του ακατόρθωτου 
Καβαλάρης της άμπωτης και της παλίρροιας 
Ξεμυαλισμένη η ψυχή μου 
Καθρεφτίζεται στα νερά της πλάνης 
Αιμόφυρτη η αγάπη μου
Ξεψυχά στην αγχόνη της ερημιάς 
Αλύτρωτη η κεντιά του έρωτα 
Κατάρα η λήθη
Συνώνυμο θανάτου 
Βουβός ο φόβος μου
Παλεύει με τον χρόνο
Διαστέλλεται η στιγμή 
Κόβεται η ανάσα μου
Σε αφήνω ελεύθερο…





«Οι ολομόναχοι»


Οι ολομόναχοι μονολογούν…
Λόγια που λείπουν ζητούν
Αγκαλιές που λυτρώνουν γυρεύουν
Φιλιά που αναστατώνουν ποθούν
Συνήθεια παλιά
Συνήθεια κακιά
Μήπως μπορέσουν να ξεφύγουν
Από την παγίδα που στήνει η μοναξιά…





«Εκεί θα πας»


Όσες στροφές λαθεμένες κι αν πάρεις
Σε όσα τρίστρατα αφέγγαρα κι αν σταθείς
Όσες στράτες μαγεμένες κι αν διαβείς 
Εκεί που είναι να φτάσεις
Εκεί θα πας…





«Αλλάζει ο κόσμος μου»


Γύφτισσα η μέρα
Σκάκι η νύχτα
Μικρή εγώ
Μεγάλος ο διάλογος
Με την κλεψύδρα του Χρόνου
Ισιώνω ράχη
Υψώνω χέρια
Ουρλιάζω βουβά 
Λησμονώ ασήμαντα
Αναμετριέμαι με το καλό και το κακό
Τον πειρασμό και το όνειρο
Την επιθυμία και την ανάγκη
Τον έρωτα και την απώλεια
Καταπίνω κόμπους δακρύων 
Ξεπλένω το νύγμα της προδοσίας
Φυλάγομαι από μυστήριο, ιεροσύνη, μαγεία
Γίνομαι ξένη, απρόσιτη, μακρινή
Ξυπνάει η λύκαινα μέσα μου
Γρυλίζει, δείχνει τα ιδρωμένα δόντια της
Δύσκολο πολύ, να την ησυχάσω 
Περιμένω, βλέπω, προσέχω
Αλλάζει ο κόσμος μου
Καινούργια μοίρα ξεδιπλώνεται μπροστά μου 
Σκόνη σηκώνεται στην περπατησιά μου
Προσεύχομαι να μην με βρει κακό στον δρόμο μου 
Αλλάζει ο κόσμος μου…
Μυριάδες αστέρια με καλούν
Αρματώνω το σάλτο του Κενταύρου...




«Ελπίδα»


Ελπίδα..
Γέννημα της απελπισίας 
Αγνή σαν ανέγγιχτη κόρη 
Εύθραυστη σαν σμαραγδένιος λίθος
Γυμνή σαν σεληνιακή νύμφη
Ουράνιο τόξο στον ορίζοντα του μυαλού
Φάρος δυνατός στην τρικυμία της σκέψης 
Αυγερινό κελάηδισμα του κορυδαλλού 
Εκκλησάκι στο τρίστρατο του διαβατάρη
Άγρυπνο ονείρεμα στον χορό των αστεριών
Νάμα μυστηριακό καθάριας πηγής
Απομεινάρι θεϊκό στο κουτί της Πανδώρας




«Ζατρίκι ζωής»

Ονειροπόλα ως τον χαμό 
Ξυπόλυτη μπήκα 
Στο ζατρίκι της ζωής…
Λησμόνησα το εκκρεμές του χρόνου
Ξέχασα πως οι θεοί κινούν τα νήματα
Πως η μοίρα σε βάζει στο παιχνίδι της
Αγνόησα τις φωνές…
Για τους χαμένους στην Κόλαση
Για τους σωσμένους στον Παράδεισο 
Σμίλεψα την τύχη μου 
Με τα ακροδάχτυλά μου 
Κρυφοκοίταξα τις ανοησίες μου
Ξέθαψα τις ενοχές μου
Αναμετρήθηκα με τις τύψεις μου
Κάηκα στην αλήθεια μου
Συμφιλιώθηκα με τον εαυτό μου
Μάζεψα σκονισμένα αστέρια 
Από ραγισμένους κόσμους
Πλήρωσα βαρύ τίμημα
Κέρδισα το μετρικό που μου αξίζει
Κατάρα ή ευχή
Δεν ξέρω…




«Λέξεις…»

Σαστισμένη από τη λάμψη της λεπίδας
Χάθηκα στον λαβύρινθο του Χρόνου
Μες στις απειλητικές σκιές και στις ηδονικές σιωπές
Θυμήθηκα παράφορους έρωτες
Ξέχασα άφθαρτες αγωνίες 
Περπάτησα ματωμένους δρόμους
Άγγιξα ασώματες φωνές
Γύρεψα λυτρωμό στο ξέφωτο της Αχερουσίας
Ξέπλυνα πληγές από την πελώρια δύναμη των λέξεων
Έψαξα μια ολόκληρη ζωή στις λέξεις που δραπέτευσαν
Λέξεις μαχαίρια που σημάδεψαν την καρδιά 
Λέξεις στιλέτα που ξύπνησαν εφιάλτες και όνειρα 
Μοιραία απογυμνώθηκα στο κουρνιαχτό των οριζόντων
Έπρεπε να τιμωρηθώ
Όχι να αυτοκαταστραφώ…  




«Σε συγχωρώ»

Όσο η νύχτα
Υφαίνει το άραχλο νήμα της
Σκεπάζω τη γύμνια μου με την απουσία σου
Όσο η μυλόπετρα της σιωπής
Αλέθει γητειές ασώματων αισθήσεων
Ψιθυρίζω σαν μάντρα το όνομά σου
Κι αν στη μοναξιά του σκοταδιού
Κι αν στις ακανόνιστες ανάσες μου
Σταθεί ο κόμπος στον λαιμό
Σε συγχωρώ…




«Η Λύκαινα μέσα μου»


Ρέει στις φλέβες μου, από τα χρόνια της αθωότητας
Με έβγαλε από τη μάντρα και με παρότρυνε να αρνηθώ τον γενικό κανόνα 
Με εμπόδισε να πάρω δρόμους σπαρμένους με βελόνες και καρφίτσες
Αλητεύει την ψυχή μου και ελευθερώνει το μυαλό μου
Βήμα το βήμα με οδηγεί σε άγνωρα και απάτητα μονοπάτια
Ψιθυρίζει λόγια ανερμήνευτα• «άβυσσος, σπηλιά, μαχαίρι»
Συλλαβίζω δίσημους χρησμούς• «πλούτος, μήτρα, αίμα»
Ίδιο άρωμα ο ιδρώτας μας, απαράλλακτο το πανσέληνο ουρλιαχτό μας
Αδάμαστη η Λύκαινα μέσα μου, μου μιλά με τη φωνή μου
Είμαι η λογική, χωρίς την τρέλα
Είσαι η τρέλα, χωρίς τη λογική
Όπου πας, θα πάω
Όπου κατοικείς, θα κατοικώ
Βγάζω τα παπούτσια μου και σε κυνηγώ




«Μεγαλώνω…»


Ασυμβίβαστη, τρελή, ονειροπόλα
Δεν προέβλεψα τα δύσκολα χρόνια
Έξω από δίχτυα μετριότητας σε δρόμους τρόμους
Μανιασμένου ανέμου ατέρμονου πόνου
Σύντομης χαράς μεγαλειώδους περιπέτειας
Ανακάλυψα τον εαυτό μου και επέζησα ως εκ θαύματος
Ξόφλησα τα λάθη μου σε διαβολικούς γύρους ζωής
Ακριβό το τίμημα, μα δεν μετάνιωσα ποτέ
Με προκαλεί η αγωνία, η ηρεμία με σκοτώνει
Δεν ανεμίζουν σε συρματόσχοινα οι πόθοι μου
Ακατάβλητοι διασχίζουν ουρανούς σκοταδιού, καταιγίδας, κουρνιαχτού 
Χορεύει ο δαίμονας του πάθους στο βάθος της καρδιάς μου
Κι ας σημαδεύει η λογική με οπλισμένη βαλλίστρα στο κέντρο της
Σάρκα και αίμα έχουν τα όνειρά μου
Εκπλήρωση ζητούν οι όρκοι που έδωσα σε εμένα
Αδιάφορο αν ξαναβρεθώ με το πρόσωπο στον τοίχο
Παρελθόν, μέλλον, παρόν μου ανήκουν
Ναι, μου ανήκουν κατηγορηματικά και αμετάκλητα
Κι ας μεγαλώνω




«Ένα λεπτό…»


Ένα λεπτό πριν τα μεσάνυχτα
Δικαστής ο χρόνος 
Δώδεκα ένορκοι οι ώρες
Κατηγορούμενη η μνήμη μου
Νύχτες αμέτρητες ψιθυρίζει
Ξυπνά βρικόλακες ενοχής
Ερεθίζει σκορπιούς αυτοκαταστροφής
Έως και να με σκοτώσει μπορεί
Μάρτυρες υπεράσπισης
Το χθες, το σήμερα, το αύριο
Δεν εκτίει την ποινή της
Είναι σε αναστολή
Περπατά στο μυαλό μου
Ένα λεπτό μετά τα μεσάνυχτα




«Είδωλο»

Θα ήθελα να ήμουνα μιαν άλλη
Μάγισσα σε σκουπόξυλο στραβό
Νύμφη σε άντρο λατρευτικό
Δράκαινα σε σπήλαιο απόκοσμο
Κι όχι εκείνη στον καθρέφτη 
Που το είδωλό της
Το τρελαμένο
Με κοιτάζει…
Με τρομάζει




«Ιδού ο άγγελος…»

Ήρθες από μακριά, από τα Ουράνια Πέρατα
Διάβηκες πελάγη άστρων σε χρόνο άκτιστο 
Ήρθες αγνή, ονειρική, ανέγγιχτη στη ζωή
Πλάσμα αγγελικό σε ανθρώπινο σώμα φυλακίστηκες
Αίμα γένους θηλυκού ο παλμός της καρδιάς σου
Άδολη και άφοβη μπήκες στο γριφώδες παιχνίδι της μοίρας
Λησμόνησες τα αινίγματα του Σύμπαντος που σε γέννησε
Έρμαιο των αισθήσεων και των ενστίκτων ξεστράτισες
Επηρμένη μετοίκησες στη μαγεμένη χώρα του πειρασμού
Κέρδος η έσχατη ερημιά μιας καταδικασμένης ψυχής
Μετανιωμένη ύψωσες τα χέρια σου στο χάος του θυμωμένου Απείρου
Ιδού ο άγγελος…
Ιδού ο άνθρωπος…
Δύναμη και αδυναμία ξεδιψούν από την ίδια πηγή
Ανέκκλητη ποινή θανατική επέβαλες στον εαυτό σου
Θρηνεί ο βασιλιάς του σκοταδιού στο ρηγάτο του Άδη 
Νύμφες χορεύουν γυμνές στην Πλουτώνια όχθη της μυστηριακής νύχτας
Υφαίνουν οι Ερινύες με τις ανάσες του Αχέροντα τα πορφυρά πέπλα σου
Νωπή η πληγή αιμορραγεί σε ρήγμα Χρόνου
Δραπέτισσα η ψυχή ζητά να ξαναγεννηθεί
Σιωπηρή η φυγή σε σπηλιά Νουμηνίας
Πλάθει πηλό με χώμα και νερό η Μακρινή Μητέρα
Ο Θάνατος κρατά ερμητικά κλειστά τα μυστικά του





«Η ώρα»

Ώρα… 
Ο μετρητής της ζωής 
Ακριβός και πολύτιμος
Αναντικατάστατος και αυστηρός
Κι εγώ, το κορίτσι… 
Αλλάζω και προσαρμόζομαι στο διάβα των καιρών
Λαβαίνω υπόσταση και υπάρχω
Ως άμμος στην κλεψύδρα
Ως γνώμονας σκιάς στον βράχο
Ως λεπτοδείκτης στο ρολόι
Κι εγώ, η γυναίκα…
Γυρεύοντας συμπαντικά μυστικά
Μηδενίζω το χτες και ξεκινώ από την αρχή
Ως λαθίπονος στις χαραυγές των δύο πόλων
Ως αρμονικός χτύπος στην καρδιά
Ως ψίθυρος στους λαβυρίνθους των αιώνων
Κι εγώ, η γριά…
Μην μπορώντας να νικήσω τον άχρονο Χρόνο
Γίνομαι η επόμενη ταλάντωση σε απαρέγκλιτο εκκρεμές 
Γίνομαι ο επόμενος αναπαλμός σε ακολουθία δευτερολέπτων 
Γίνομαι το επόμενο μούχρωμα σε τιμωρημένο ηλιοτρόπιο
Κορίτσι, γυναίκα, γριά
Απαρχής της αναπνοής του Κόσμου
Είμαι η ώρα…





«Ακρωτήρι του μεσονυχτίου»

Στα σκαρλάτα τρίστρατα 
Ξεπρόβαλαν κοκκινομάλλες μάγισσες
Αλαλαγμό σκιάς και ανέμου ζάλη
Ξεσήκωσαν οι παλιές ψυχές
Παρθένες στεφανωμένες με ιλαροφώς
Αλαφροπερπάτησαν σε νάρδους νερών
Κυκλώνοντας το άφθαρτο αλώνι 
Γυναίκας σώμα με ντύμα φεγγαριού
Σκορπά ερέβη και λάμψεις
Χορεύοντας με υψωμένα χέρια
Λικνίζει το ακρωτήρι του μεσονυχτίου 
Σταλάζει έρωτα, όνειρα, μαγεία
Στα άδυτα της λευκής φωτιάς του Σύμπαντος





«Εσχάτη ώρα»

Την εσχάτη ώρα της οριστικής μετοίκησης 
Στο βασίλειο του Θανάτου
Η ασπροφορούσα γριά 
Κόβει με μια ψαλιδιά το νήμα της ζωής
Ανοίγουν οι πύλες του Άδη 
Της σιωπής το απερίγραπτο
Στροβιλίζεται η μνήμη και η λήθη 
Στα στενά όρια του μυαλού
Ακροβατεί η ψυχή 
Στις παράλληλες ράγες του σκότους και του φωτός
Προσπερνά ο Χρόνος
Σε παγιδεύει στο αδιόρατο
Εκεί όπου τα λεπτά γίνονται 
Ώρες. Μέρες. Χρόνια. Αιώνες.
Ο κόσμος σε ξεχνά 
Τον ξεχνάς κι εσύ
Ο δρόμος της Αχερουσίας 
Δεν έχει επιστροφή 
Το ενδεχόμενο της διαφυγής
Εν αναμονή…




«Λερναία Ύδρα»

Ψυχορραγούν οι χαραυγές 
Στα επινίκια της νύχτας
Μισεύουν οι μέρες 
Στα ερείπια της αλήθειας 
Γίγαντας εκατόχειρας 
Ξανοίγει δρόμους σκοτεινούς
Ιεροφάντες επιστρέφουν 
Στην ανυπαρξία του χάους
Από όπου προήλθαν
Για να αναδυθούν ξανά 
Την ώρα του αιώνιου ανασχηματισμού
Μύστες σε ακατάληπτη γλώσσα
Γνώση ανερμήνευτη τραυλίζουν 
Γνωστός εχθρός 
Με ίδιο αίμα στις φλέβες
Με ίδια ασταθής ζήση
Ρυθμικά χτυπά 
Μία αυτοσχέδια βακτηρία
Βήματα θανάτου μετρώντας
Τέρας
Τέρατα γεννά που θερίζουν ανάσες 
Με στομωμένα δρεπάνια
Αιμορραγούν τα όνειρα
Αδηφάγοι τερμίτες τα ροκανίζουν
Παγιδεύτηκε ο Ηρακλής 
Στην ουσία του Ενός
Δεν σκοτώνεται η Λερναία Ύδρα…





«Δεν ξέρω…»

Ξεστράτισα σε πυρετικό όνειρο
Έψαχνα να βρω τον εαυτό μου
Δεν ξέρω πού;
Γύρισα σε μία σπασμένη γωνία
Δεν ξέρω πότε; 
Βρήκα μία λύκαινα να με περιμένει 
Δέρματα, ουρλιαχτά, αίματα έγιναν ένα
Δεν ξέρω πώς;
Θέλησα να φύγω
Γύρισα σε μία απόκρημνη γωνία 
Αλλά δεν γύρισα πίσω
Δεν ξέρω γιατί;
Θυμάμαι να έρχομαι εδώ
Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο
Κάπου έκανα λάθος…





«Ωδή στη Γυναίκα»

Πλάσμα λευκοντυμένου ονείρου
Πηγή ζωής και καρπός γης 
Μούσα ερώτων, ηδονή κερνάς 
Σώμα μυστηρίων, κάρμα γεννάς
Κυρά δακρύων, δύναμη σκορπάς
Μοναδικό της ειμαρμένης πάθος
Γυναίκα εσύ, γένους εκτεθειμένου
Γίνεσαι μάνα, αμαρτία, μοίρα
Αιχμάλωτες κρατάς στο στήθος κάθε κοριτσιού
Την Κίρκη, την Αταλάντη, την Εκάτη
Άφθαρτη ψυχή, αντηχείς στους αιώνες 
Ξορκίζοντας με το αγέραστο αίμα σου
Το αμίλητο του Θανάτου…





«Να γινόμουν πάλι παιδί...»

Με γδαρμένα γόνατα, λερωμένα ρούχα, στραβοπατημένα παπούτσια
Ξαμολιόμουν σε δρόμους πραγματικούς να κερδίσω άλλη μια μέρα
Δύναμη μαγνητική το αδοκίμαστο στην ερμηνεία του Κόσμου
Με συντροφιά την κυρά του Φεγγαριού και μια λεγεώνα άστρων 
Βυθιζόμουν σε δρόμους φανταστικούς να ζήσω άλλη μια νύχτα
Απόκρυφη ευτυχία από αλλού φερμένη αδίστακτα με μάγευε 
Απόρθητα τα κάστρα μου στον νεραϊδόκυκλο
Εσωτερικοί δράκοι τρέχανε μακριά
Σκιές γεννούσαν γενναιότητα
Ανείπωτοι φόβοι κατέρρεαν
Μυστηριακές φωνές μαντάλωναν εφιάλτες  
Ισορροπούσα στο φως και στο σκοτάδι
Θυμόμουν τον όρθρο της ύπαρξης 
Γνώριζα το θαύμα της ζωής
Αλεηλάτητο το σύμπαν μου
Ύφαινε το Πεπρωμένο το μαγνάδι των εμπειριών μου 
Άφησε το σημάδι της η μοναχική Τύχη στην παλάμη μου
Ταξίδι αλλόκοτης μυσταγωγίας η πορεία μου
Με έφερε στη φυρονεριά ενός τελειωμένου ονείρου
Ανέτοιμη για τον ανήφορο του Γολγοθά μου
Λεηλατήθηκε το σύμπαν μου
Να μπορούσα να γυρίσω τον Χρόνο πίσω
Να γινόμουν πάλι παιδί
Να μπορούσα να βάλω τρικλοποδιά στη Μοίρα
Για να προλάβω να κάνω μία ακόμη στροφή
Άμπρα  Κατάμπρα…





«Βαλς στο λυκόφως των θεών»

Εκεί που βαθαίνει η απόγνωση
Εκεί που λυσσομανά η τρέλα 
Διψώ για μιαν υπέρβαση
Είκοσι καρδιοχτύπια μετρώ
Ένας ψίθυρος αρκεί
Λύκε, λύκε είσαι εδώ;
Και ζωντανεύει το μούχρωμα
Από το αλύχτισμά σου 
Μαύρος σαν την αμαρτία 
Με δόντια εσύ
Λυτρωτικά θεϊκός
Φάντασμα χωρίς αναπαμό
Με νύχια εγώ
Φωτιά ενσαρκωμένη
Ξυπνούν τα αρχαία αίματα
Μυρίζει λαγνεία ο αγέρας
Βαθύτερη η επιθυμία μου 
Από τη δαγκωματιά σου
Αγριότερες οι νυχιές μου 
Από τα ουρλιαχτά σου
Δεν σε φοβάμαι
Σε μισώ και σε αγαπώ
Γιατί είσαι εγώ
Δεν με φοβάσαι
Γιατί όταν κοιμάμαι
Ονειρεύεσαι για εμένα
Ματωμένος εσύ
Αλωμένη εγώ
Μία καρδιά, μία ψυχή, μία σάρκα
Ένας σφιχταγκαλιασμένος ίσκιος
Με άλαφρα πατήματα
Χορεύει βαλς στο λυκόφως των θεών 
Φύγε, μου λέει μιαν απόκοσμη φωνή 
Τρέχα, όσο πιο γρήγορα μπορείς 
Γύρνα εκεί που ανήκεις 
Νιώθω έντονα τη γεύση 
Του πιο καθάριου αίματος στο στόμα 
Λίγο πριν μου περάσει ο πυρετός
Και βρω τα λογικά μου…





«Θεωρίες συνομωσίας»

Δυστοπία…
Ο βάλτος του κτήνους 
Ουτοπία…
Η βύσσος της θάλασσας 
Ευτοπία…
Εκεί πέρα μακριά


©Λεμονιά Γεμουρτζίδου



«Tango»

Αντρίκιος σφυγμός 
Γυναικεία μυρουδιά 
Θανατηφόρα έλξη 
Υποταγής, τόλμης, επιθυμίας 
Ξαναμμένα σώματα, καρφωμένα
Στη φλέβα του Tango
Πρόκληση σαγηνευτικής μυσταγωγίας
Δύο βήματα μπροστά
Χιμαιρική συνουσία
Ένα βήμα πίσω
Αφανέρωτος ενδοιασμός
Τεμαχισμένες στιγμές 
Γραμμές ηδονής 
Πειράματα αφής
Από άγγιγμα σε άγγιγμα
Τερτίπια, ενέδρες, χυμοί
Κατέχουν μυστικά
Και στα πόδια τους 
Ο καταδικασμένος Έρωτας
Στο πάθος…
Δεν μπορείς να αντισταθείς





«Τόπος Λήθης»

Σαν άγγελος που έχασε τη θεία χάρη
Ακολουθούσες τα βήματά μου
Πατούσες στα αχνάρια μου
Περπατούσες και πατούσες την ψυχή μου 
Περιπλανιόμουν με τη θηλιά στον λαιμό 
Ανάμεσα στο ονείρεμα και στο τρόμαγμα 
Θρόνοι και φυλακές της αγάπης
Ορθώθηκαν στην αόρατη πόλη μου
Βωμοί και θυσίες στον έρωτα
Αμπάρωναν πόρτες διαφυγής
Ώσπου φανερώθηκε το πρόσωπο του δαίμονα
Αναγνώρισα τον μεγαλύτερο φόβο μου
Ντύθηκα το χρώμα της ντροπής
Μύρισα τον χειρότερο εφιάλτη μου
Γεύτηκα την πίκρα της προδοσίας
Ώσπου χάθηκα στην απόσταση και στο σκοτάδι
Ξέμεινα στον χρόνο, πνιγμένη στη σιωπή
Το χθες, το σήμερα, το αύριο
Αιωρούνται στην ιλιγγιώδη ακινησία του μυαλού μου
Δεν ζουν τα τέρατα σε τόπο λήθης…





«Ό, τι προλάβω»

Με τα πόδια στην ανεμόσκαλα του ονείρου
Και το αφτί στης ψυχής τους κραδασμούς
Μαζεύω θυελλογέννητες λέξεις
Λαξεύοντάς τες σε ένα άσπρο χαρτί
Αγγίζω αυτογνωσίας αρτηρίες
Ευεργετική η πλάνη του Ασήμαντου
Σαγηνευτικό το ταξίδι της Ανάγκης
Μεταφυσική η πάλη του Ακατόρθωτου
Μα στου ενστίκτου μου το άβατο ψιθυρίζω
Ό,τι προλάβω …
Πριν το χτύπημα του κεραυνού






«Μέγα Τίποτα»

Νοτισμένα αποτσίγαρα
Θυσιασμένα στην ανάγκη της μοναξιάς 
Άσαρκος καπνός 
Σημαδεύει το ίδιο πληγωμένο ταβάνι
Αλογάριαστες ώρες
Μαργώνουν στην αλλόκοτη σιωπή
Φαύλος κύκλος 
Γεύσης, χειλιών, αφής 
Μέγα Τίποτα
Το σύμπαν σου νικοτίνη
Εδώ θα μείνω …





«Αιμοβόρος Θεός»

Ξύπνησε ο αιμοβόρος θεός
Άνοιξαν οι πύλες της Κόλασης
Ιδού ο λαός
Όργανα και ράβδοι
Ενός πολεμοχαρούς ηγέτη
Ιδού η γης
Ενός παγανιστή χωρίς ψυχή
Άνθρωποι στέκουν στο σκοτάδι
Έτοιμοι να πεθάνουν 
Και οι θεοί, ακόμη
Δεν παίρνουν θέση,
Στα σπαράγματα…





«Έξοδος κινδύνου»

Δεν φοβάμαι 
Τον μαυροντυμένο Καβαλάρη 
Πέρασμα λύτρωσης 
Το κατώφλι του Άδη
Φόβος μοναδικός
Βήματα άγνωστων γνωστών 
Να αντηχούν στα βήματά μου
Αρχή νέας τυραννίας  
Αμόλευτη μες στο αθάνατο 
Τούτο με πνίγει
Έλεος… θεοί
Άλλο αντάμωμα καρμικό
Δεν θέλω, δεν αντέχω 
Με βλέπω η τρελή 
Να τρέχω… 
Σε σκοτεινά αδιέξοδα
Να βρω…
Πόρτα με φωτεινή επιγραφή
«Έξοδος κινδύνου»





«Λίλιθ»

Πριγκίπισσα των άγριων νερών
Στην αιχμή του ονείρου εξόριστη
Παγιδευμένη σε φυλακή χωρίς σίδερα
Έρεβος ανέσπερο ντύθηκες
Ανήμερα θεριά του πάθους 
Σε κόσμο μυστικό χορταίνεις
Στα ματζέντα ξέπλεκα μαλλιά σου
Ταξιδιώτες της νύχτας ψιθυρίζουν 
Τον πειρασμό, την έλξη, τo απαγορευμένο 
Στις ρούγες της φεγγαρίσιας σκιάς σου 
Μοιραία θηλυκά κεντούν ξόρκια ερωτικά 
Γυμνόκορμη στην απόκρυφη πύλη του σύμπαντος
Στάχτες σκορπάς ξεψυχισμένων αστεριών 
Λίλιθ, το όνομά σου, χαραγμένο 
Σε τρίστρατα θεών, μύθων, τρελών
Πρωτόπλαστη, ανυπόταχτη, τιμωρημένη
Απέμεινες φιγούρα γυναικεία τραγική
Στη ράχη του Διαβόλου σκυφτή
Αθέατη στην άλλη πλευρά της Σελήνης…





«Γυναίκα»

Γυναίκα εσύ… 
Διαβατάρικο αερικό νυχτερινό 
Από του Φεγγαριού το δάκρυ 
Μνήμης μυστικά κυοφορείς  
Άναρχη φλέβα ζυμωμένη 
Από του Ήλιου το φιλί 
Σύμπαντα αστερισμών γεννάς 
Πανάρχαια αίματος γραμμή 
Από τον ομφαλό της Γης 
Καλπάζεις με αχαλίνωτο άτι
Σε τυφλό ταξίδι Πεπρωμένου
Ξυπόλητη με ντύμα λάσπης
Γεννιέσαι, πεθαίνεις, ξαναγεννιέσαι 
Μες στην αέναη ροή του Χρόνου
Έως να γίνεις 
Φωτιά, πέτρα, κύμα, μοίρα…





«Μέδουσα»

Θύμα ηδυπαθούς θεού
Κέντρισες τη ζήλεια ανέραστης θεάς
Μυθική η τιμωρία της Εργάνης
Σε σώμα ερπετού σε παγίδευσε να σέρνεσαι για πάντα
Στης νύχτας το πάγωμα και στη γύμνια της μέρας
Κενταύρισσα άλλαξες, έγινες Μέδουσα 
Φρικαλέα με μάτια άγρυπνα, πύρινα, ανελέητα
Φιδομαλλούσα, δυνατή, σαν παλάμη θεϊκή
Τράπηκες σε φυγή στην εσχατιά της Γης
Αγέρωχη φόνισσα, άφοβη στην όργητα του ριζικού σου
Κεντούσες την ερημιά σε πετρωμένους ίσκιους
Απότοκος εξιλέωσης το όνομά σου αντηχεί στους αιώνες
Φάρμακο και Φαρμάκι το αίμα σου στο μένος τρελών
Η κραυγή σου 
Κάθε κακοποιημένης γυναίκας
Ανώνυμη Κραυγή…





«Φόβος»

Ο Φόβος…
Γνήσιος από τη χαραυγή των αιώνων
Κατανοητά ακατανόητη δύναμις
Γοητευτικά μάς συντροφεύει  
Από τη γέννησή μας 
Έως τον θάνατό μας
Κρύβεται σε κάθε σταυροδρόμι 
Τρέχει σε κάθε ψίθυρο 
Μεταμφιέζεται σε κάθε συνάντηση 
Επηρεάζει… χωρίς λογική 
Την καρδιά μας, τη μοίρα μας, την κατάρα μας
Χάνουμε την αθωότητά μας
Σε ραγισμένους ναούς θυσιών
Ψάχνουμε την αυτοπραγμάτωση 
Στα σκοτάδια της σιωπής μας
Εκεί που παραμονεύουν οι δράκοι
Φορές μάς σκοτώνουν
Άλλες πάλι…
Τους σκοτώνουμε
Σε νυχτερινούς εφιάλτες 
Βουτάμε τα δάχτυλά μας στις στάχτες
Μπας και σώσουμε το όνειρο 
Αυταπάτη στο κενό
Δεν αλλάζει η πραγματικότητά μας
Τρώμε τους αδύναμους
Μας τρώνε οι δυνατοί 
Και κάθε μέρα 
Στο σύμπαν της αβεβαιότητας
Η Ζωή 
Ξεκινά 
Από 
Την 
Αρχή…
Και πάλι…
Και πάλι…





«Και τότε…»

Κι έτσι, μια μέρα… 
Από άστρα θα ξεμείνεις 
Οι λέξεις, θα σιωπήσουν 
Και τότε…
Άγρυπνη τις νύχτες
Μετέωρη θα στέκεις
Στη στενωπό του απείρου
Να αναμετρηθείς 
Δεν θα 'χεις 
Παρά μιαν άβυσσο 
Το μάτι να σου κλείνει
Με κόγχη σταθερά
Στου ξύλου το σαράκι 
Το βλέμμα θα πλανάται
Θα αμφιβάλει το μυαλό
Που δείλιασε η καρδιά
Πριν το στερνό αντίο
Και τότε…
Άγριας σάρκας σημάδια
Βουβά θα αίρεις 
Ενώ ο λάθος ζυγωτής
Ξωπίσω σου θα τρέχει…





«Το φιλί»

Έγειρε το φιλί παραδόθηκε
Στη λάβα των αισθήσεων
Και πριν φθάσει στον λαιμό
Διαισθάνθηκες την απειλή
Και το φιλί ξεψύχησε
Σε μια χαμένης ηδονής ανάσα
Φοβήθηκες μην σου αλώσει
Κορμί και Ψυχή
Ο ανόθευτος Έρωτας
Εσύ 
Δεν τόλμησες…
Εγώ 
Προδόθηκα…






«Εκεί…»

Εκεί…
Στου πόθου
Τον αχαρτογράφητο βυθό
Ξεμάκρυναν τα βήματά σου
Και ράγισαν τον Χρόνο
Εκεί…
Στη ρωγμή
Θα σταθώ 
Όπως η παύση 
Ανάμεσα στις νότες 
Αν με ψάξεις
Θα με βρεις
Εκεί…
Στη σιωπή
Που μας χωρίζει
Και μας ενώνει…





«Απόψε»

Ιστός η αγάπη σου 
Σε μαύρο μετάξι 
Τα χείλη μου σφαλίσανε 
Σε φλέβα ονείρου 
Έκπληκτη η σάρκα
Σε τόπο λευκής ερήμου
Απόψε αδημονεί 
Με πάθος να σε κοιμηθεί 
Εμείς ψίθυροι 
Στις σκοτεινές ρίζες του πόθου 
Αγωγιάτης το φεγγάρι 
Θα μας κλέβει τις ψυχές 
Ανίσχυροι μες στο μοιραίο
Έκθετοι και ανθεκτικοί 
Στο κυνήγι του απόλυτου 
Πάντα μαζί 
Αιωνίως χώρια
 Όσο θα υπάρχουν 
Πανσέληνες νύχτες 
Απόψε… 
Δεν θα σε σκέφτομαι 
Απόψε…
Μόνο θα σ’ αγαπώ





«Και ύστερα…»

Μην με κοιτάζεις έτσι
Δεν έχω τίποτα να σου κρύψω
Είμαι ένας έκπτωτος άγγελος
Γεννήθηκα κάτω από βάσκανο αστέρι
Ένιωσα τους ανέμους του παρελθόντος
Άκουσα τις φωνές σοφών δασκάλων
Περπάτησα την ανηφόρα της Σχιστής Οδούς
Μάτωσαν τα πόδια μου στις αιχμηρές πέτρες
Γύρεψα να συνδεθώ με το αχανές σύμπαν
Για να ιχνηλατήσω τις ατραπούς του μέλλοντος
Με καθήλωσαν τα άχραντα μυστήρια
Του Χώρου και του Χρόνου
Ψιθύρισα λόγια ανείπωτα
Αντάλλαξα το αίμα μου με το όνειρο
Αναζήτησα τα όριά μου
Μες στο δογματικό και στο μοιραίο 
Ντύθηκα το έρεβος 
Δείπνησα με σκιές αποπλάνησης
Χόρεψα με δαίμονες αυτοκαταστροφής
Κατασπάραξα τον αδάμαστο εαυτό μου
Σφυριά και καρφιά χώρεσαν
Σε σπασμένες αναμνήσεις 
Κλειδώθηκα στο αίνιγμα
Διχασμός και κάθαρση
Κραυγή και μαχαίρι
Το ουρλιαχτό της ώρας 
Αγία και εταίρα
Σαν μία άλλη Μαγδαληνή
Σύρθηκα στη λάσπη του αδοκίμαστου
Φωνές, μνήμες, σιωπές
Με έφεραν στον Ιορδάνη ποταμό
Ξέπλυνα το λερωμένο σώμα μου
Τη λύτρωση αποζητώντας
Προσωπικός ο σταυρός 
Αντίδωρο η προσμονή
Μεταλαβιά το δάκρυ
Και ύστερα…
Ούτε τραύμα, ούτε απουσία, ούτε πληγή
Στο πετράδι της ψυχής
Μόνον άστρα, γαλαξίες, σύμπαντα





«Να μπορούσα»

Να μπορούσα…
Να βρω το μαγικό κλειδί
Να ψηλαφίσω τα αχνάρια του μέλλοντος  
Να βρω την κατάρα της ψυχής
Να καθαρίσω τον σκοτεινό καθρέφτη
Να βρω τον αόρατο Οδηγό 
Να αφουγκραστώ το λάλον ύδωρ 
Να βυθιστώ σε ασυνείδητου σκιές
Να συνταιριάξω με θεούς και δαίμονες 
Να μεταμορφωθώ σε ουροβόρο φίδι
Να κουλουριαστώ στο Δέντρο της Ζωής
Να φάω τον απαγορευμένο καρπό
Να αποκτήσω τη γνώση του Καλού και του Κακού 
Να θανατώσω το Κτήνος 
Να αναστήσω τον Άνθρωπο
Να μπορούσα…





«Και εμείς»

Αμείλικτος ο Χρόνος 
Αθώρητος ο Βαρκάρης 
Και εμείς…
Σκαλίζουμε τα τραύματά μας 
Μήπως και αγγίξουμε το άπειρο
Ιερουργούμε στα σκοτάδια μας
Μήπως και αφορίσουμε την άβυσσο
Λάτρεις και Αρνητές
Μιας άμορφης Μοίρας 
Τα άγνωρα που γράφει
Εκ γενετής
Μύστες και Λωτοφάγοι  
Θαρρείς… 





«Όπως ήρθα»

Και πάνε και έρχονται 
Οι Ανέστιες ψυχές στη Γης
Με βήμα αέρινου χορού Δερβίσηδων 
Σύρριζα γλιστρούν στην Κοσμοστέγη 
Του χρίσματος το λάδι 
Να ξοδέψουν πρόσχαρα
Κι όταν το σύθαμπο
Σκαλώσει στα μάτια τους
Ισάξιος φίλος
Ο Θάνατος…
Αδερφός του ελέους
Κι όταν οι αυλακιές της ζωής
Χαράξουν τη σάρκα μου
Κι όταν η αντάρα
Ξεθυμάνει μέσα μου
Θα φύγω από αυτόν τον Κόσμο
Όπως ήρθα …
Μόνη και χωρίς τίποτα 
Θα κινήσω με σταθερή περπατησιά
Για τους λειμώνες του Αχέροντα
Κι όταν χορτάσω τη δίψα μου
Στης Μνημοσύνης τα νερά
Τότε…
Επιτέλους θα μάθω 
Θα γνωρίζω για τα πριν και μετά παραλειπόμενα 
Για τα δίχως εμένα...







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου